Η ζωή στην αρχαία Σπάρτη

Την εποχή, λοιπόν, που οι Ίωνες πολεμούσαν τους Πέρσες, σημαντικές πολιτικές εξελίξεις σημειώθηκαν στην Σπάρτη και στην Αθήνα. Η πολιτική και στρατιωτική ιστορία της Σπάρτης μέχρι τους περσικούς πολέμους σημαδεύθηκε από την παρουσία του βασιλιά Κλεομένη, τη φυλάκιση και το θάνατό του, και τελικά την εκλογή του Λεωνίδα ενώ η ιστορία της Αθήνας από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη και τη διαδοχή του από τον Θεμιστοκλή και τον Μιλτιάδη.

Το πολίτευμα της Σπάρτης στη μορφή που γνωρίζουμε ότι είχε τον 5ο αιώνα π.Χ. διαμορφώθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. ίσως και νωρίτερα.

Μετά τους δύο πρώτους Μεσσηνιακούς Πολέμους η ζωή στη Σπάρτη οριζόταν από αυστηρή νομοθεσία και το άτομο εξαφανίστηκε μέσα στη στρατιωτική μονάδα. Η εξάπλωση της κυριαρχίας των Σπαρτιατών στην Νότια Πελοπόννησο δημιούργησε δύο κατηγορίες κατοίκων: τους Σπαρτιάτες και τους Λακεδαιμονίους.

Σπαρτιάτες (Σπαρτιάται) ονομάζονταν μόνο οι πολίτες του κράτους των Σπαρτιατών ενώ Λακεδαιμόνιοι οι περίοικοι αλλά και οι κάτοικοι της Σπάρτης.

Οι περίοικοι, που κατοικούσαν σε περίπου εκατό Πόλεις, είχαν δεχθεί να υπακούουν στις αποφάσεις των πολιτικών οργάνων των Σπαρτιατών χωρίς οι ίδιοι να έχουν δικαίωμα γνώμης σε κανένα επίπεδο λήψεως αποφάσεων. Όφειλαν να συμμετέχουν στον στρατό ως βοηθητικοί και να ακολουθούν την εξωτερική πολιτική της Σπάρτης, αν και τους επιτρεπόταν να έχουν έναν βαθμό αυτονομίας σε θέματα που αφορούσαν την δική τους Πόλη. Οι είλωτες, φυσικά, αποτελούσαν μια τρίτη υποδεέστερη ομάδα ανθρώπων και θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου εν εξελίξει. Κάθε χρόνο, οι Έφοροι, με την ευκαιρία της αναλήψεως των καθηκόντων τους, εξέδιδαν διακήρυξη που παρέτεινε τον υποτιθέμενο πόλεμο και την θέση των ειλώτων.

Για να είναι κανείς Σπαρτιάτης πολίτης έπρεπε να πληρεί έξι προϋποθέσεις: να έχει γεννηθεί από Σπαρτιάτες γονείς, να είναι αρτιμελής και υγιής κατά την γέννησή του, να υποστεί την Σπαρτιατική Αγωγή, να εκλεγεί μέλος της ομάδας των συσσιτίων, να μετέχει ενεργά στις δραστηριότητες της ομάδας και της Πόλεως και να μην υποπέσει σε παράπτωμα που συνεπαγόταν την στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Οι Σπαρτιάτες πολίτες, δηλαδή οι Δωριείς κάτοικοι, ήταν οι μόνοι που είχαν πολιτικά δικαιώματα. Μοναδική τους απασχόληση ήταν ο πόλεμος και μόνιμη απειλή η εξέγερση των ειλώτων. Ζούσαν πολύ λιτά (σπαρτιατική λιτότητα) και καλλιεργούσαν τη στενή αλληλεγγύη ανάμεσά τους.

Η γυναίκα κατείχε σημαντική θέση στην κοινωνία τους, ενώ η πολυτέλεια και η φιλοχρηματία θεωρούνταν ατιμωτικά ελαττώματα. Μεταξύ επτά και είκοσι ετών, οι Σπαρτιάτες υποβάλλονταν υποχρεωτικά στην Σπαρτιατική Αγωγή, που παρεχόταν από το κράτος. Σε αυτήν την περίοδο της ζωής τους, οι νέοι κατατάσσονταν σε δύο ομάδες: στην ομάδα που ονομαζόταν βούα (κοπάδι βοδιών) και περιλάμβανε παιδιά της ίδιας πάντα ηλικίας και σε αυτήν που λεγόταν ίλα (ίλη) και περιλάμβανε παιδιά διαφόρων ηλικιών. Στην βούα εκπαιδεύονταν οι νέοι πνευματικά, δηλαδή διδάσκονταν μουσική, χορό, γραφή, ανάγνωση, αποστήθιση πατριωτικών ποιημάτων, ανάλογα με την ηλικία τους.

Στην ίλα η εκπαίδευση ήταν στρατιωτική. Επικεφαλής οριζόταν νέος μεγαλύτερης ηλικίας που εκτελούσε χρέη αρχηγού και διοικούσε τις ομάδες στις αποστολές που τους ανατίθονταν. Ο στόχος της Σπαρτιατικής Αγωγής ήταν να παραδώσει στην κοινωνία πειθαρχημένους στρατιώτες και πολίτες αφοσιωμένους στα σπαρτιατικά ιδεώδη. Οι νεαροί Σπαρτιάτες μάθαιναν να αντέχουν στο κρύο φορώντας ελαφρά ρούχα και περπατώντας ξυπόλυτοι.

Κοιμόνταν σε καλαμένια στρώματα που κατασκεύαζαν οι ίδιοι και μαστιγώνονταν πότε-πότε είτε ως μέρος της Αγωγής τους ή όταν υπέπιπταν σε παράπτωμα. Υποβάλλονταν σε στέρηση τροφής για να συνηθίζουν στην πείνα αλλά ασκούνταν και σε κλοπή τροφής για λόγους επιβιώσεως. Μάλιστα, δεν τιμωρούνταν για την κλοπή τροφής αλλά μόνο εάν συλλαμβάνονταν την στιγμή που έκλεβαν, ακριβώς διότι δεν είχαν προλάβει να διαφύγουν. Έτσι, αναγκάζονταν να μηχανευθούν τρόπους κλοπής που θα τους χρησίμευαν αργότερα για να επιβιώσουν στις εκστρατείες μακριά από την Πόλη τους.

Οι νέοι της Σπάρτης συμμετείχαν επίσης σε πολλούς αθλητικούς αγώνες και λίγο πριν τελειώσει η περίοδος της Αγωγής τους ελάμβαναν μέρος σε διαγωνισμό μαστιγώματος, όπου μερικοί προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ηττηθούν.

Προς το τέλος της Αγωγής τους συγκροτούσαν ομάδες που περιπολούσαν την νύχτα για να συλλάβουν δραπέτες είλωτες, τους οποίους σκότωναν. Αυτή ήταν η κρυπτεία, δηλαδή η μύηση στην εκτέλεση εχθρών, που μετέβαλε τους νέους σε ολοκληρωμένους πολεμιστές. Η πνευματική ολοκλήρωση των εκπαιδευόμενων Σπαρτιατών συμπυκνωνόταν στο γνωστό «λακωνίζειν», που σήμαινε ετοιμότητα πνεύματος για άμεσες, σύντομες και περιεκτικές απαντήσεις.

Ο νέος γινόταν Σπαρτιάτης πολίτης αφού είχε περατώσει την περίοδο της Αγωγής και μόνο όταν εκλεγόταν μέλος μιας από τις δεκαπενταμελείς ομάδες συσσιτίων, που δεν ήταν άλλες από τα μικρότερα στρατιωτικά σώματα. Η εκλογή έπρεπε να είναι ομόφωνη και γινόταν μόνο εάν υπήρχε κενή θέση. Τα μέλη των συσσιτίων ζούσαν μαζί μέχρι τα τριάντα, συνέτρωγαν στα κοινά συσσίτια και κοιμούνταν σε ιδιαίτερα οικήματα, τα ανδρεία. Μετά τα τριάντα, όσοι ήταν παντρεμένοι, μπορούσαν να περνούν τις νύχτες στα σπίτια τους.

Οι Σπαρτιάτες ήταν αναγκασμένοι να στρατικοποιήσουν την κοινωνία τους και να βρίσκονται διαρκώς εν εγρηγόρσει διότι περιβάλλονταν από πολυαριθμότερους Μεσσηνίους είλωτες αλλά και ισχυρούς εχθρούς όπως οι Τεγεάτες και οι Αργείοι. Δεν εργάζονταν αλλά είχαν τους είλωτες που καλλιεργούσαν τους κλήρους για λογαριασμό τους ενώ οι Σπαρτιάτες ιδιοκτήτες έπρεπε να παραδώσουν μέρος των εισοδημάτων τους σε είδος στα συσσίτια. Όσοι δεν μπορούσαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα και κατατάσσονταν στην τάξη των υπομειόνων.

Μέχρι το τέλος του 6ου αιώνα, οι Σπαρτιάτες δέχονταν στην Πόλη τους ξένους καλλιτέχνες και ανθρώπους των γραμμάτων, όπως ο γλύπτης Βαθυκλής από την Μαγνησία ή ο ποιητής Θέογνης από τα Μέγαρα, αλλά ξαφνικά από τον 5ο  αιώνα άρχισαν να αποθαρρύνουν τον ερχομό επισκεπτών. Είναι γνωστό επίσης ότι από το 500 περίπου και μετά οι Σπαρτιάτες αρνούνταν την χρήση οποιουδήποτε νομίσματος σε αγοραπωλησίες με άλλους Έλληνες, με αποτέλεσμα η οικονομία τους να μαραζώσει αλλά και οι επαφές με κατοίκους άλλων Πόλεων να περιορισθούν στο ελάχιστο.

Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι οι Σπαρτιάτες φοβούνταν πολιτικές ανωμαλίες, οι οποίες είχαν παρατηρηθεί σε άλλες Πόλεις που εισήγαγαν την χρήση νομισμάτων, εξ αιτίας του πλουτισμού των πολιτών τους.

Γύρω στο 500 π.Χ., οι εξουσίες και τα προνόμια των βασιλέων της Σπάρτης είχαν περιορισθεί και την εξουσία πλέον ασκούσαν ουσιαστικά οι Έφοροι και η Γερουσία ενώ η Εκκλησία έπαιζε μικρό σχετικά ρόλο. Οι βασιλείς ήταν κάτοχοι των βασιλικών κτημάτων (τεμενών), έπαιρναν μέρος των λαφύρων του πολέμου και τιμούνταν ως ήρωες αλλά ελέγχονταν από τους Εφόρους, οι οποίοι διόριζαν τον έναν από τους δύο αρχιστράτηγο σε περίπτωση πολέμου.

Επίσης, έδιναν ένορκη υπόσχεση στους Εφόρους ότι θα εκτελούσαν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τους νόμους ενώ οι Έφοροι, που θεωρούνταν οι νομοφύλακες της πολιτείας, υπόσχονταν να μην τους παύσουν αν δεν παρανομήσουν. Οι βασιλείς και οι Γέροντες ήταν ισόβιοι ενώ οι Έφοροι εκλέγονταν κάθε χρόνο. Οι Γέροντες ήταν μέλη της Γερουσίας, που αποτελούνταν από είκοσι οκτώ πολίτες άνω των εξήντα χρόνων, οι οποίοι εκλέγονταν με κριτήριο τον ενάρετο βίο τους. Η Γερουσία, που συμπληρωνόταν από τους δύο βασιλείς, προετοίμαζε τα νομοθετήματα που υποβάλλονταν στην Εκκλησία του δήμου και εκδίκαζε σοβαρές υποθέσεις που επέσυραν την ποινή του θανάτου.

Η Εκκλησία του δήμου ή Απέλλα περιλάμβανε όλους τους άνδρες πολίτες της Σπάρτης άνω των τριάντα χρόνων. Παρ’ ότι ήταν διευρυμένη σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες, δεν ήταν το κυρίαρχο όργανο στην Σπαρτιατική πολιτεία. Οι Έφοροι είχαν αποκτήσει υπερεξουσίες, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και το δικαίωμα να καλούν την Απέλλα σε συνέλευση συνήθως μία φορά τον μήνα. Στις συνεδριάσεις της Απέλλας δεν γινόταν συζήτηση των προτεινόμενων νομοθετημάτων αλλά οι νόμοι ψηφίζονταν ή καταψηφίζονταν δια βοής. Η Απέλλα είχε το δικαίωμα να εκλέγει τα μέλη της Γερουσίας, τους Εφόρους, και άλλους αξιωματούχους ενώ αποφάσιζε για την κήρυξη πολέμου ή την συνομολόγηση ειρήνης.

Παρά το γεγονός ότι ολόκληρη η πολιτική διάρθρωση της Σπάρτης δεν διέφερε ουσιαστικά αυτής των άλλων δημοκρατικών Πόλεων της ιδίας περιόδου, οι Σπαρτιάτες δεν εμπιστεύονταν πάντα την κρίση της Εκκλησίας του δήμου. Έτσι, εάν η Γερουσία ή οι Έφοροι δεν συμφωνούσαν με τις αποφάσεις της Απέλλας μπορούσαν να τις ανατρέψουν αρνούμενοι να τις επικυρώσουν και ασκώντας ένα είδος αρνησικυρίας (βέτο). Ίσως εξαιτίας τέτοιου είδους διαφορών με τις άλλες δημοκρατικές Πόλεις, η Σπάρτη έχει χαρακτηρισθεί πολλές φορές ως μια μη δημοκρατική πολιτεία.

Στην ουσία, βέβαια, δεν διέφερε και πολύ στην πολιτική της δομή από τις άλλες δημοκρατίες. Απλώς, φαίνεται ότι στην Σπάρτη λειτουργούσε μια ιδιότυπη δημοκρατία, όπου οι Έφοροι και η Γερουσία είχαν μεγαλύτερη εξουσία από την Εκκλησία του δήμου, η οποία βέβαια τους εξέλεγε. Επιπλέον, λόγω του ότι η Σπάρτη ήταν περικυκλωμένη από εχθρούς ή κατ’ ανάγκην συμμάχους έπρεπε οι αποφάσεις που λαμβάνονταν να είναι άμεσες και τάχιστα εκτελεστές. Αποτέλεσμα των συνθηκών, λοιπόν, φαίνεται ότι ήταν η ιδιότυπη σπαρτιατική δημοκρατία, στην οποία η ελευθερία των πολιτών δεν περιοριζόταν από τους κρατούντες αλλά από τους νόμους και την ιεραρχία ή τον δωρικό «κόσμον» (ευταξία).

Χρίστος Θωμάτος

Βιβλιογραφία

  • Λοΐζος Ι. Δημήτρης, Η Αρχαία Ελλάδα και οι Ανατολικοί Λαοί: Από τους Σουμέριους στον Μέγα Αλέξανδρο (3000-323 π.Χ.), Αθήνα: 2001-2003
  • Σακελλαρίου Μ., Δεσποτόπουλος Κ., κ.α., Ιστορία των Ελλήνων, 3ος τόμος, «Κλασικοί Χρόνοι», Εκδόσεις Δομή
  • Δρακόπουλος Βαγγέλης (επιμέλεια), Ευθυμίου Γεωργία (επιμέλεια), Επίτομο Λεξικό της Ελληνικής Ιστορίας: Πρόσωπα – Γεγονότα – Ημερομηνίες – Χάρτες – Συνθήκες,  Αθήνα: 2004, Το Βήμα
  • Αικατερινίδης Γ., Αναστασιάδης Γ., κ.α.,  Νέα ΕγκυκλοΠαιδεία, τόμος 20, Θεσσαλονίκη:2006, Εκδόσεις Παιδεία/ Μάλλιαρης – Παιδεία
  • Αργυράκη Ρ., Βλασσίδης Β., κ.α., Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Ελλάδα Ι, Ιστορία – Πολιτισμός, Εκδόσεις Δομή
  • Αθανασιάδης Β., Αικατερινίδης Γ., κ.α., Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος 49ος, Αμαρούσιον: 1992, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ